Κοσμοπολίτικη Σμύρνη, 91 και Χρόνια, Πριν

Izmir panorama from Kadifekale Castle

Izmir panorama from Kadifekale Castle (Photo credit: Wikipedia)

Cosmopolitan Smyrna: Στο Κε ήταν το «Sporting Club». Ήταν τόπος συνάντησης όλης της κοσμικής Σμύρνης  (Cosmopolitan Izmir) – το πιο γνωστό κομψό στέκι όπου έδιναν όλα τα ραντεβού. Σίγουρα υπήρχε μια τάση επίδειξης. Στο ντύσιμο, στις καθημερινές συνήθειες… Δεν υπήρχε περίπτωση να συναντήσει γνωστός γνωστό στο δρόμο και να μην τον καλέσει για φαγητό στο σπίτι του… Εκεί όλα έπρεπε να λάμπουν – τα έπιπλα, τα σκεύη, τα χαλιά, οι κουρτίνες να είναι ατσαλάκωτες και καθαρές, τα κεντήματα στρωμένα στα τραπέζια.
Το φαγητό φτιαχνόταν κάθε μέρα και κρατούσε ώρες, με τα εκλεκτότερα υλικά ψωνισμένα κάθε μέρα – έδιναν μεγάλη σημασία στη φρεσκάδα και την αγνότητα των υλικών: Ντολμάδες, μπριζόλες, σαρμάδες με κληματόφυλλα, ρόστο με ρύζι ή μακαρόνια ανάλογα. Πάντα είχαν το κρέας που σιγόβραζε για να πάρουν το ζωμό του για το πιλάφι που το συνήθιζαν πολύ.

Ήταν και πολύ αυστηροί. Το βράδυ κάθονταν στα σκαλάκια. Κάθε σπίτι μπροστά είχε σκαλάκια. Τότε δεν υπήρχε η σημερινή έξοδος με τα σινεμά, τα θέατρα. Περνούσαν οι περαστικοί γείτονες, κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Ρωτούσαν τα παιδιά: «Μαμά να κατέβω το σκαλάκι;» – τόσο πολύ σεβασμό είχαν που για το παραμικρό έπρεπε να πάρουν άδεια.

Στο Κορδελιό, σημερινό Καρσί Γιακά, σαν είχαν πάει βόλτα και επέστρεφαν κατά το σούρουπο, ο ήλιος έκανε όλα τα τζάμια των σαχνισιών – έτσι λέγαν τα κλειστά με τζαμαρίες προεξέχοντα μπαλκόνια, απέναντι στην προκυμαία – εκεί που συγκεντρώθηκαν για να φύγουν το ’22, πορτοκαλιά. Ήταν ένα θέαμα που όμοιο του δεν μπορούσες να συναντήσεις. Όλα τα διώροφα παλιά σπίτια στη σειρά λουσμένα με τις χρυσές ανταύγειες του ήλιου που έδυε και μπροστά η θάλασσα που στραφτάλιζε κι αυτή. Όλα λουσμένα στο πύρινο φως – Σα να ‘χαν πάρει φωτιά!

Το μαγείρεμα κρατούσε ώρες. Βέβαια δεν είχαν την πολυπλοκότητα της Πολίτικης κουζίνας όμως τα φαγητά που έφτιαχναν ήταν εστιασμένα πρωτίστως στη γεύση. Να έχει γεύση αυτό ήταν το κύριο μέλημα κάθε νοικοκυράς.
Οι εύποροι Σμυρνιοί εκτός από το σπίτι μέσα στην πόλη είχαν και το εξοχικό. Στην καταπράσινη γη των διαφόρων προαστίων στους κήπους είχαν πάντα κάποιο οπωροφόρο – ροδακινιά, κερασιά, δαμασκηνιά αλλά και κάποια συκιά πάντα θα υπήρχε που έβγαζε τα λεπτόφλουδα, μελωμένα σύκα. Γύρω όλο ελιές, συκιές όπως περιγράφει στο βιβλίο της για το Κίρκιντζε (Kirkinze) «Τα Ματωμένα Χώματα», η γνωστή συγγραφεύς Διδώ Σωτηρίου.

Το μεσημέρι κατά τη μία οι άνδρες άφηναν τις δουλειές τους και κινούσαν για την ταβέρνα. Μόνο οι άνδρες. Εκεί κλείνονταν και οι δουλειές – άφθονες γιατί υπήρχαν πολλές εμπορικές επιχειρήσεις, ναυτιλιακές, οικοδομικές κλπ. Δεν υπήρχε περίπτωση να ‘χεις τελειώσει την περίφημη Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και να μην έβρισκες δουλειά. Μάλιστα εκεί πολλοί αριστούχοι μαθητές δίδασκαν κάποιο μάθημα στον τελευταίο χρόνο του Γυμνασίου στη τάξη. Η επιμέλεια και η προσήλωση στα γράμματα ήταν στη πρώτη γραμμή των επιδιώξεων τους. Δίνανε σημασία και στο γραφικό χαρακτήρα – η γραφή έπρεπε να είναι καθαρή και επιμελημένη. Σαν έγραφες βιαστικά και άτσαλα σου κάνανε παρατήρηση σπίτι σου «Χάλασες το γραφικό σου χαρακτήρα…»

Στη ταβέρνα έτρωγαν πάντα μπριζόλα το περίφημο T-bone steak!.  Τρώγανε πάντα βοδινό κρέας. Εκεί δεν έμπαιναν γυναίκες – μόνο άνδρες. Σαν έμπαινε ο πελάτης, ερχόταν ο παραγιός για να πάρει την παραγγελία. «Το συνηθισμένο έτσι;» ρωτούσε. Πάντα είχαν φρέσκες μπριζόλες γιατί είχαν ζώα στα βοσκοτόπια. Έλεγε λοιπόν «Μια μπριζόλα», ξέροντας πως και το βράδυ στο σπίτι θα είχαν μπριζόλα.
Στο τραπέζι, στο σπίτι, άνοιγαν τις κεντητές πετσέτες με τα μονογράμματα (συχνά), τις έδεναν στο λαιμό  ή τις άπλωναν στα πόδια τους… «Θα φάμε ή δεν θα φάμε;» ήταν η κλασσική ερώτηση του άνδρα της οικογένειας. Αμέσως κατέφθανε το πιάτο με δυο (συχνά) ολόκληρες μπριζόλες! «Τα κορίτσια δεν θα φάνε;». Έδιναν και στις κοπέλες που είχαν εσωτερικές στο σπίτι. Εκείνες φυσικά έτρωγαν στη κουζίνα.

Ionain Village, Aristotle Onassis commemorativ...

Ionian Village, Aristotle Onassis commemorative plaque (Photo credit: Wikipedia)

Μια μέρα ένας θείος μου μου διηγήθηκε για τον Ωνάση (Aristotle Onassis). Ήταν «ψωμωμένος» κατά την τοπική έκφραση ενώ ο θείος μου ήταν ισχνός – όσο κι αν έτρωγε. Λοιπόν διηγόταν: ¨Μια μέρα τον είδα στο δρόμο. Που πας βρε Αρίστο;¨ τον ρωτάω «Και τι μου απαντά ο αθεόφοβος!» «Πάω να μαζέψω πενάκια!». Όταν πήρε φωτιά και κάηκε το εργοστάσιο κατασκευής στυλογράφων, ο χαλκός απ’ τα πενάκια που είχαν τα στυλό έμενε ανέπαφος καθώς είναι υλικό που δεν καίγεται. Ο Ωνάσης μάζεψε τις πένες και πουλώντας τες στην αγορά και με τα λεφτά που πήρε τότε αγόρασε παπούτσια!

Στις προμήθειες της κουζίνας είχαν πάντα πελτέδες. Για να φτιάχνουνε τις σάλτσες στα κοκκινιστά – ρόστο, σουτζουκάκια, μακαρόνια, ρύζι. Πάντα η σάλτσα συνόδευε το φαγητό αλλά και το γιαούρτι. Στο πιλάφι έριχναν από πάνω γιαούρτι αν ήταν σκέτο. Πάντα με βούτυρο φτιαγμένο και τσιγαρισμένο με το κρεμμύδι πριν πέσει το βραστό νερό. Σαλάτες δεν έτρωγαν πολύ αν και είχαν ντομάτες, μαρούλια, λάχανα – όλα τα οπωροκηπευτικά. Περισσότερο συνήθιζαν τη «Φράγκικη» – έτσι λέγανε τη γνωστή μας Ρωσική Σαλάτα. Από γλυκά είχαν πάρα πολλά αλλά δεν τα είχαν για επιδόρπιο – προτιμούσαν τα φρούτα, αλλά για κέρασμα ή για άλλες ώρες: Μπακλαβά, κανταίφι, γαλακτομπούρεκο. Πολύ συνήθιζαν και του κουταλιού που το έριχναν πάνω στο γιαούρτι με μπόλικο σιρόπι. Μάλιστα ο Μητροπολίτης απαγόρευσε την παρασκευή τόσων πολλών γλυκισμάτων – «χάριν οικονομίας» λέγανε. Όλα πάντως τα κάνανε για του ξένους. Ξένους λέγανε τους επισκέπτες. «Έχουμε ξένους σήμερα!» ανάγγελλαν και τα παιδιά αμέσως ήξεραν πως αυτή τη μέρα θα τρώγανε στην κουζίνα. Οι «ξένοι» έπρεπε να φάνε τα καλύτερα πάντα – τέτοια φιλοξενία που όμοια της δεν υπήρχε.

Όταν προβλήθηκε το έργο της Μαρίας Ηλιού στην Αθήνα βγαίνοντας από το σινεμά μας συνεπήρε η μυρωδιά από τα μπισκότα που παρασκεύαζαν στο διπλανό εργοστάσιο του Παπαδόπουλου. Τέτοια σύμπτωση! Ήταν υπέροχο το έργο με άφθονο άγνωστο υλικό. Συγκινημένη καθώς ήμουνα απ’ το έργο, βγαίνοντας με συνεπήραν οι μυρωδιές απ’ τα μπισκότα του Σμυρνιού Παπαδόπουλου. Λοιπόν όταν ήρθε στην Αθήνα, πρόσφυγας κι αυτός με την οικογένεια του, έφτιαχνε στο φούρνο του σπιτιού του τα μπισκότα που κατασκεύαζε στη Σμύρνη. Έβγαινε κάθε μέρα  να τα πουλήσει στην Ομόνοια με την τάβλα. Οι περαστικοί συνεπαίρνονταν από τη μυρωδιά τους και τη γεύση τους και μαζεύονταν γύρω από την τάβλα να αγοράσουν. Έτσι ξεκίνησε η μπισκοτοβιομηχανία Παπαδοπούλου – απ’ τις γνωστότερες και παλαιότερες εταιρείες παρασκευής μπισκότων στην Αθήνα, στο Γκάζι όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα.

greatFireofSmyrnaCapture

Public Domain Link

Όταν ήρθανε οι πρόσφυγες με την Καταστροφή του 1922, όσοι ήταν μορφωμένοι – κι ήταν πολλοί, αμέσως βγήκαν δουλειά – άλλοι σε τράπεζες, άλλοι σε εμπορικά καταστήματα και εταιρείες. Οι πιο πολλοί έφεραν μαζί τους πολλές λίρες – κρυμμένες καλά σε καλάθια με κάρβουνα ή ό,τι άλλο από πάνω, αλλά και είδη σπιτιού όπως παπλώματα. Εδώ οι Αθηναίοι έλεγαν γι’ αυτό: «Καλά, ήρθανε πρόσφυγες, δεν τους έφθανε μια κουβέρτα;».Εμάς μας άρεσε πολύ η Αθήνα. Όμως ποτέ δεν ξεχάσαμε τη πατρίδα μας τη Σμύρνη. Πάντα τη νοσταλγούσαμε αλλά λέγαμε μπορεί για να παρηγοριόμαστε: «Καλή η Σμύρνη ήταν, υπέροχη ήταν η ζωή μας εκεί, όμως δεν έχει Παρθενώνα!».

Τα Σμυρνέικα Τραγούδια ποιος σου τα ‘μαθε

Κείμενο Βασισμένο / εμπνευσμένο, από την εκπομπή «Περιδιάβαση στη Σμυρνέικη Κουζίνα«, Κυριακή, 3 Μαρτίου του Άρη Πορτοσάλτε στο Σκαι ραδιόφωνο.

Advertisements

About rainydi

Good to Remember, Bad to Forget

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 1 ακόμα follower

Αρχείο

Blogs I Follow

Blog Stats

  • 1,826 hits
The Storyteller

Christos Sbokos' edition

Delitrium

The dizzying euphoria you get from inhaling just a bit too much of that "new book" smell.

TA NEA online

Ειδήσεις από την Κύπρο, την Ελλάδα και τον κόσμο.

Σπασμένο παράθυρο

Blog, ποικίλης ύλης, γέρνοντας αριστερά και αστειευόμενο με τα σοβαρά

Αρέσει σε %d bloggers: