Ασφαλώς φασολάκια

Ασφαλώς φασολάκια

Στάση τρόλει Πατήσια – Αμπελόκηποι Αργά αλλά σταθερά ροκανίζουν την άσφαλτο: Ομόνοια, Πολυτεχνείο, ΟΤΕ, Αγγελοπούλου, Κεφαλληνίας, Αμερικής (Λατινικής Αμερικής, είπαμε), Καλλιφρονά (ο Καλλιφουρνάς του Μακρυγιάννη), Λυσσιατρείο, «Συγνώμη», κατέβηκαν, ο ήλιος της χρυσώνει τα μαλλιά, τα μάτια στέγνωσαν, αγκαζέ πάλι, σκουπίδια δεν υπάρχουν στο πεζοδρόμιο, ούτε και γάτες βέβαια, έφθασαν, κάποιος στο ισόγειο τηγανίζει κεφτέδες

fokosCapture

Δεν λένε ποτέ καλημέρα τη νύχτα – Στέλιος Φώκος

Κουβέντες, σκέφτεται, κουβέντες και προβληματισμοί του τσίρκου, κωλοδιανοούμενοι κι αμπελοφιλοσοφίες, καθά, πολλώ μάλλον και τα λοιπά και τα λοιπά. Πετάγεται απάνω, «Αναλαμβάνω τις πατάτες!» φωνάζει εύθυμα, η ζωή επαναλαμβάνεται, πατάτες πατατών, όχι δεν επαναλαμβάνεται. «Ε όχι!» φωνάζει η Ζωή, «Θα φάμε φασολάκια σήμερα» και μπαίνει στην κουζίνα, την ακολουθεί και καθώς μπαίνει με φόρα ξοπίσω της «Καλή η ιδέα αλλά δεν προλαβαίουμε, έχω μάθημα στις πέντε», εκείνη έχει κιόλας γεμίσει το πρώτο πιάτο. «Ε και;» «Ρε κέρατο, πότε μαγείρεψες;» «Το πρωί, δεν πήγα στο μάθημα» «Μωρέ, είσαι ένα κέρατο εσύ…» «Εγώ;» στη θάλασσα των ματιών της πεταρίζουν τώρα χρυσόψαρα και κουκλάκια ροζ σαν εκείνα στο τραπέζι. «Κι η Φλώρα φοβάται εμένα ε; Εσένα έπρεπε να φοβάται!» «Ε! Ε!» «Τι; Ψέματα είναι;» «Η Φλώρα είναι σαν και σένα, θέλει να παριστάνει την πονηρή ενώ δεν είναι, κατάλαβες; Γι’ αυτό δεν πιστεύω όσα σου σούρνει» «Μωρέ είσαι κέρας βερνικωμένον» φωνάζει, ξεχνιέται πάνω στην ευθυμία του κι απλώνει το χέρι να της δώσει γροθιά στον ώμο, τα συνηθίζει κάτι τέτοια με τους συμφοιτητές του, εκείνη σκύβει και το χέρι βουτάει στο πιάτο, εντάξει, μικρό το κακό, το μανίκι του εις όξος και έλαιον εμβαπτισμένον, όχι, εις έλαιον μόνον, αυτό είναι το σωστό, καθά, πολλώ μάλλον, ουδαμώς και ουδαμού ενδείκνυνται κινήσεις μη υπολελογισμέναι υπό της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου, κι έπειτα νερό αμέσως, μη λεκιάσει, γην και ύδωρ ητήσαντο. ο λεκές δεν φεύγει, πότισε τόσο που στίβεις το μανίκι και στάζει λάδι. Κι ανασκούμπωσε το ‘να μανίκι σαν μονόχειρας ή παλαιστής κι έφαγε ήσυχα τα φασολάκια παραδοθείς εις την άφευκτον μοίραν, σφύραν, σφαίραν, πρώραν, γραίαν, μαίαν και τα λοιπά περισπώνται καίτοι πρωτόκλιτα, ο κήπος περισπάται επίσης, η προσοχή περισπάται, γιατί όμως, θα ‘πρεπε να οξύνεται, η πολιτική κατάστασις οξύνεται, βεβαίως και σωφρόνως, καθώς προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται, εξού και ο φασίολος οξύνεται, τα φασολάκια οξύνονται ή περισπώνται αναλόγως της διαθέσεως του μαγείρου ή του εσθίοντος ή και αμφοτέρων, ετέρων, εταίρων, περιπτέρων και απτέρων, κοτέρων, πατέρων τε και μητέρων, τελικά η μάνα του Κώστα θα πλύνει αύριο ένα λαδωμένο πουκάμισο που το λέρωσε τρώγοντας στη Λέσχη, προφανώς απρόσεκτα και ασφαλώς φασολάκια.

Στέλιος Φώκος – «Δεν λένε ποτέ καλημέρα τη νύχτα» (1995) εκδόσεις Οδυσσέας

Ένα μυθιστόρημα που ψάχνει το τέλος του. Μια ζωή που γυρεύει την αρχή της σε κάποιο τέλος. Πισωγύρισμα; Βάλτωμα; Ενα ζουζούνι που αρμενίζει στον κόσμο ενώ το παρασέρνουν οι άνεμοι; Η χούντα, το φοιτηταριό, η κατάληψη της Νομικής, έρωτες κι απογοητεύσεις, ο Ανέστης με τα πορτουγκέζικα και «νάδα μας». Θρυμματισμένες εικόνες της παιδικής ηλικίας, η μάνα, ο πατέρας, τ’ αδέλφια κι ο μικρός «μελανοφάγος» να συνθλίβεται στις συμπληγάδες της οικογενειακής αδιαφορίας. Κι ύστερα οι γάμοι, οι χωρισμοί, δυο παιδιά τόσο απόμακρα, οι αποτυχίες κι οι πίκρες, η απεγνωσμένη προσπάθεια να στηριχτεί σ’ εφήμερες σχέσεις, ένας θάνατος, ένας γλάρος σε κλουβί κι ο Μοντεχρήστος που σκάβει το λαγούμι του να βγει στο φως.

(εξαντλημένο)

Τρώνε πολύ…

nature2

Νεκρή Φύση – Σολομός με κρασί

Τρώνε πολύ
σε σχέση με τη λιτότητα της Αρχαιότητας
Αλήθεια τρώνε πολύ
και δεν υπολογίζουν
τις (Φιλοσοφημένες) επιπτώσεις, ήτοι:
Χάπια, Κέντρα Αδυνατίσματος, Δίαιτες
Ίσως δεν υπολογίζουν
τη διαφοροποίηση του πλούσιου τροφολογίου
σε σχέση με τα λιτά ή τα ελάχιστα
καθημερινά γεύματα των Φτωχών
Και πεθαίνουν
ονειρευόμενοι ή προσδοκώντας
την ποικίλης προέλευσης τροφή
– ΤΡΩΝΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ανελέητα
χωρίς Αιδώ, Συνέχεια και Ασταμάτητα
χωρίς να διαφοροποιούν τη σχέση
«Άνθρωπος σημερινός και Άνθρωπος αυριανός».

Γιώργος Δόξας 2005 εκδ. Τύπος – Φως «Μόνον ο Θεός έχει δικαίωμα να καθορίζει την Επιβίωση μας»

Σχετικά:
ΓΕΥΣΗ Α΄

Ω στόμα ακόρεστο σαν πιράνχα
και συ ουρανίσκε συβαρίτη!
Τι γεύση έχει αληθινά η μπανάνα
από την Αίγυπτο ή την Κρήτη;Οι μέλισσες μαζεύουν γύρη τ’ ανθού
ενώ γελάδια αναμασούν γρασίδι
ο τίγρης τη σάρκα τρώει του ζαρκαδιού
και τ’ όρνιο χυμά, ρουφά το φίδι
βάτραχοι καταπίνουνε κουνούπια
κι άνθρωποι τρώνε κρέας και χαρούπια.

Ποια είν’ η γεύση, πρώτη και τελική,
απόλυτα ανώτερη, μοναδική;

http://www.magikokouti.gr/kaza-gefsi.htm

Τα μπαμπάκια ασπρίζουν μακριά

seaWithBoatCapture

Στο βάθος ασπρίζουν τα μπαμπάκια

Το τίποτα αν το καλοεξετάσεις; Από τι είναι φτιαγμένες οι ώρες; Να τώρα, προ ολίγου έκλεισα το βιβλίο. Τι έλεγε ο συγγραφεύς; Για έναν καφέ που χύθηκε και το σφουγγάρι που μάζευε τις κηλίδες του στο πάτωμα του μπαλκονιού, όπου δίπλα, η Γερμανίδα παραθερίστρια άπλωνε το βούτυρο και τη μαρμελάδα στο ψωμί της, όπου λίγο πριν είχε περάσει το παιδάκι που έκανε το τρενάκι κι απόκοντα να κατηφορίζει η μάνα του που φορούσε σαγιονάρες, διασχίζοντας σχίνα και μυρτιές για να πάνε στη θάλασσα.
Επανάληψη των κινήσεων που ποτέ δεν είναι οι ίδιες. Άρα δεν υπάρχει επανάληψη αφού πρόκειται για κάτι άλλο πάντα.

Τι είμαστε; Αν το σκεφτείς, μια χώρα τουριστών. Χωμάτινα ή πλακόστρωτα δρομάκια, μυρτιές και σχίνα, ήλιος, αέρας, θάλασσα που «στο βάθος ασπρίζουν μπαμπάκια». Σκέψεις, κινήσεις, σχέσεις τελειώνουν, λόγια μένουν μετέωρα, χωρίς λογικό συμπέρασμα. Δεν πέρασε ο Οδυσσέας από τις Συμπληγάδες κι όμως πέρασε κι αυτός, όπως ο Ιάσωνας – δεν το ξέρουν, νομίζουν πως μόνο αυτός πέρασε, δηλαδή δεν πήγε λένε ο Βαγγέλης στη Σαντορίνη ήταν ο Χαράλαμπος που πήγε την ίδια εποχή, στην ίδια εκδρομή, λιμάνι, θέα από ψηλά στη Καλντέρα, η θάλασσα περιτριγυρισμένη από τα λευκά σπίτια των γύρω χωριών, το θαλασσί καμπαναριό, παντού βουκαμβίλιες στους τοίχους.

lebessis_ban3.jpg

Ζωγραφικό – Πολυχρόνης Λεμπέσης (Άρειος Πάγος) 1880

Επανάληψη κάθε μέρα κι όμως τα πράγματα είναι καθε φορά διαφορετικά: Είναι μια άλλη μέρα που ξετυλίγεται, τόσο όμοια με τις προηγούμενες: το φως που μπαίνει απ’ το παράθυρο τούτη την ώρα που έκλεισε μόλις η 10η πρωϊνή, το γαλάζιο που πλαισιώνει το παράθυρο με τις πράσινες πινελιές των φυτών – το γιασεμί, η φωτίνια. Ένα μηχανάκι ή κάποιο κομπρεσέρ ακούγεται από μακριά στο δρόμο. Ο ήχος του χρόνου πάντα ίδιος καθώς οι μέρες περνούν, μόνο σαν αφουγκραστείς καλά, κάτι δεν αλλάζει, ο εαυτός σου, οι ώρες επαναλαμβάνουν κι αυτές τον εαυτό τους στο χρόνο, οι εποχές αλλάζουν μένοντας πάντα οι ίδιες.
Αφουγκράζεσαι την ησυχία, δεν μπορεί ν’ αλλάξει, δεν μπορεί να διασπασθεί. Είναι βαρύς ο μανδύας της, σκεπάζει κάθε εσωτερική προτροπή, δεν αφήνει χώρο για πολλά, ίσια – ίσια στα απαραίτητα: να πιεις έναν καφέ, να βάλεις το καπέλο που βάζουν και στα γαϊδουράκια για τον ήλιο, να κατεβείς στην αμμουδιά για μπάνιο. Ας φυσάει σήμερα, γιατί να χάσεις το ωραίο μπάνιο, το δροσερό νερό της θάλασσας, τις αναζωογονητικές ακτίνες του ήλιου να πέφτουν στο κορμί σου; Αποφάσισε, δεν αποφασίζεις, μήπως είναι καλύτερο, ποιο; αναρωτιέσαι, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Αυτή η βεβαιότητα σε κάνει να ετοιμάζεις το σάκο με τα απαραίτητα: γυαλιά, αντιηλιακό, πετσέτα και το μικρό βιβλιαράκι μέσα στην τσάντα να μη ξεχάσεις.

Το τηλέφωνο, ένα αντιπαθητικό κουδούνισμα διακόπτει την ησυχία: είναι κάποιος που πήρε λάθος αριθμό, ένας άλλος για να υπενθυμίσει ένα ραντεβού, γνωστά πράγματα που αναδύονται μέσα από ένα χθες πρόσφατο, μια επανάληψη που δεν είναι ποτέ η ίδια, καθώς είναι μια άλλη μέρα, μια άλλη ημερομηνία, 17 Απρίλη για το ημερολόγιο του τοίχου δίπλα στο ρολόι που ελάχιστα έχουν μετακινηθεί οι δείχτες του από την 10η πρωϊνή.

Σκέψεις εξ αφορμής και υπό την επήρεια του βιβλίου του Στέλιου Φώκου «Δεν λένε ποτέ καλημέρα τη νύχτα», εκδ. Οδυσσέας 2/1995

Ιούλιος ο Αλωνάρης

Ιούλιος: ο ζεστότερος μήνας του καλοκαιριού. Γι’ αυτό και λέγεται η καρδιά του καλοκαιριού αλλιώς «μεσοκαλόκαιρο». Ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό, ο αέρας φυσάει ανεπαίσθητα και η ζέστη, ατέλειωτη… καθώς η θάλασσα προσκαλεί στη δροσερή της αγκαλιά. Καλό καλοκαίρι λοιπόν! Ο Ιούλιος, ο έβδομος μήνας του χρόνου, ήταν ο πέμπτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου γι’ … Συνέχεια

Κατερίνα Γώγου «3 Κλικ Αριστερά»

gogou_bΚατρίνα Γώγου: Φιγούρα βιαστική, μοναχική της οδού Πατησίων. Εικόνα μουντή ξεχασμένη στα βάθη πια του χρόνου. Τι απομένει; Το κενό; το Τίποτα; Λίγες λέξεις από τα ποιήματα της να τη θυμίζουν, οι παλιές ταινίες της, η απαγγελία στην «Παραγγελιά» έργο κινηματογραφικό του Παύλου Τάσιου συζύγου της τότε. Χάθηκαν και οι δύο και η μικρή Μυρτώ – Αλίκη που της διάβαζε κάθε βράδυ την Ιστορία της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων». Ιστορίες παλιές, «νιτερέσα» ξεχασμένα. Και η «Σκόνη του Χρόνου» σηκώνεται – κουρνιαχτός, που όλα τα σκεπάζει.

Χρηστος Τσαντης

Κατερίνα γώγουΑυτός εκεί
ό συγκεκριμένος άνθρωπος
είχε μια συγκεκριμένη ζωή
με συγκεκριμένες πράξεις.
Γι’ αυτό και
ή συγκεκριμένη κοινωνία
για το συγκεκριμένο σκοπό
τον καταδίκασε
σ’ έναν αόριστο θάνατο.

ΤΡΟΙΑΣ 35α
Το σπίτι μου όπως και το δικό σας
μπαίνει στα σπίτια των άλλων ανθρώπων
έτσι στενοί πού είναι οι δρόμοι
έτσι πολλοί πού είναι οι άνθρωποι.
Είναι φορές κολλητά όπως ζούμε
πού θαρρώ πώς κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι
πλένουμε τα δόντια μας με το ίδιο βουρτσάκι
και τρώμε το ίδιο φαΐ.
Μόνο πού όταν φεύγετε
αφήνετε τα πιάτα σας άπλυτα
δεν εξηγείται αλλιώς
έτσι βρώμικος πού είναι πάντα ό νεροχύτης.
Δεν πειράζει όμως.
Και κάνω ό,τι μπορώ
για να σάς δείξω πόσο σάς αγαπάω.
Γι’ αυτό κολλάω το μουστάκι
και βγαίνω με τη βεντάλια στη βροχή.
Για να γελάσουν τα παιδιά σας.
Μονάχα σάς παρακαλώ μην μάς κουτσομπολεύετε.
Κι αφήστε τη δική μου τη Μυρτώ ήσυχη.
Έτσι γεννήθηκε.
Λυπημένη.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Mυρτώ – Μη γυρίσεις πίσω

Η Μυρτώ Τάσιου 1967 – 2015 (48), κόρη της ηθοποιού και ποιήτριας Κατερίνας Γώγου και του σκηνοθέτη Παύλου Τάσιου, βρέθηκε νεκρή. Βρισκόταν σε ταξίδι στην Αθήνα, ύστερα από πολλά χρόνια διαμονής στο Ουτζέντο της Ιταλίας. Η Μυρτώ για την Μυρτώ, όπως συστηνόταν στο βιογραφικό της που συνόδευε την πρώτη ποιητική της συλλογή µε τίτλο: «Η Αλίκη δε µένει πια εδώ».

aliki_sm

Μυρτώ Τάσιου

Τα λόγια του πατέρα της – σκηνοθέτη πολλά υποσχόμενου, (βλ. Παραγγελιά) του νέου ελληνικού κινηματογράφου Παύλου Τάσιου «Μη γυρίσεις ποτέ πίσω, η χώρα αυτή θα σε σκοτώσει» υπήρξαν προφητικά: Μετά από πέντε μήνες από την κυκλοφορία της ποιητικής της συλλογής, η Μυρτώ Τάσιου βρέθηκε νεκρή τον Σεπτέμβριο του 2015, στο σπίτι της στην Αθήνα. Οι λόγοι του θανάτου της δεν έχουν πλήρως γίνει γνωστοί αλλά εικάζει κανείς πως ξανακίλησε στα ναρκωτικά.

Ήταν τόσο καλά τον Απρίλιο. Στη συνέντευξη που παρεχώρησε επι τη ευκαιρία της κυκλοφορίας της ποιητικής της συλλογής, τότε ακουγόταν ευχάριστα ευδιάθετη από τα λεγόμενα της. Ωστόσο η μοίρα αυτής της οικογένειας ήταν να ξεκληρισθεί:

Στην αρχή η Κατερίνα ακριβώς όπως και η κόρη της Μυρτώ – μετά από την έκδοση της ποιητικής της συλλογής «Τρία κλικ αριστερά», μετά ο υποσχόμενος σκηνοθέτης Παύλος Τάσιος πατέρας της, τέλος η Μυρτώ, η μικρή Αλίκη όπως τη φώναζε η μάνα της. Κι αυτή από υπερβολική δόση ναρκωτικών σκέφτομαι… Όσοι κυλήσουν στα ναρκωτικά δύσκολο έως αδύνατο να ξεφύγουν… Το λέω με μεγάλη στενοχώρια καθώς μοιάζει να είναι δρόμος δίχως επιστροφή.

Η Μυρτώ Τάσιου ακολούθησε το δρόμο της μητέρας της. Μοιάζαν σαν δυο σταγόνες νερό! Τι άλλο να πεις παρά «Καλό ταξίδι Μυρτώ» έστω μετά από 4 μήνες που το διάβασα. Όντως τώρα πια η Αλίκη δεν μένει πια εδώ!

18/9/2015 athensvoice.gr – άρθρο συντάκτης ιστολογίου

Δεκαπέντε χρόνια μετά. Ευρυδίκη

La vita e bella

Η έξοδος από τον κόσμο των ναρκωτικών. Από τα ναρκωτικά δεν μπορείς να ξεφύγεις λένε. Η περίπτωση Ευρυδίκης επιβεβαιώνει το αντίθετο όπως και η περίπτωση Μυρτώς Τάσιου. Αυτή η ταινία καταδύεται στη ζωή ενός χαμένου στην παραίσθηση για να μπορέσει ξανά «να δει το ηλιοβασίλεμα». Ταινία του Φρέντυ Βιανέλλι «Περίπτωση Ευριδίκη» 2010, από το βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα – εκδόσεις Αίολος.

Χρηστος Τσαντης

Χρήστος ΤσαντήςΕπίμετρο από το βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα «Η περίπτωση Ευρυδίκη. Κλινική της τοξικομανίας», εκδόσεις ΑΓΡΑ.

Κείμενο που έγραψε η Ευρυδίκη, για να διαβαστεί κατά την παρουσίαση του  βιβλίου στις 24/3/2006

Όταν ξεκίνησα τη θεραπεία μου, δεν μπορούσα να φανταστώ που θα με βγάλει. Νιώθω μεγάλη συγκίνηση με τον τρόπο που σκύψανε η Κατερίνα και ο Σάββας Μιχαήλ στα κείμενά μου. Μάλλον, δεν έσκυψαν μόνο πάνω τους αλλά μπήκανε μέσα τους και άγγιξαν τη ψυχή μου, όχι μόνο το χαρτί που έγραφα.

Το μύθο της Ευρυδίκης δεν τον ήξερα. Έκατσα και τον διάβασα. Κόλλησα στο σημείο που αναφέρει το νόμο των νεκρών: κανείς δεν έπρεπε να αντικρίσει το πρόσωπο του νεκρού. Κανένα βλέμμα-παρά μονάχα η φωνή-δεν επιτρεπόταν στο βασίλειο των νεκρών.

Χαμογέλασα γιατί ο νόμος αυτός μου είναι γνωστός.

Στο σπίτι που μεγάλωσα δεν έπρεπε να κοιτάω τον πατέρα μου στα μάτια, όταν μου μίλαγε. Έπρεπε να κοιτάω στο πάτωμα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 966 επιπλέον λέξεις

Μυρτώ – La Vita è Bella

Η Ελλάδα με πονάει. Εκεί βίωσα τραυματικές καταστάσεις. Πρώτα η μητέρα μου που δεν τα κατάφερε να ξεφύγει. Κι εγώ ενεπλάκην σε άσχημα πράγματα μετά – ουσίες εννοώ εξ αντανακλάσεως, χωρίς βέβαια να κατηγορώ κανέναν. Ένας φίλος μου χάθηκε κι αυτός απ’ την ίδια αιτία. «Μη γυρίσεις» μου έλεγε ο πατέρας μου. «Αυτή η χώρα θα σε σκοτώσει«. Κατάφερα ωστόσο να ξεφύγω. Αλίκη με φώναζε η Κατερίνα. Από το βιβλίο που μου διάβαζε πριν κοιμηθώ: «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Εξ αφορμής μιας συνέντευξης της Μυρτώς Τάσιου στην εφημερίδα «Αγορά»—

aliki

Μυρτώ Τάσιου – Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ – Ποίηση

«Τα ποιήματα μου είναι ένα πέρασμα απ’ το παρελθόν στο μέλλον. Μια συνέχεια από το θάνατο στη ζωή, απ’ το ψέμα στην αλήθεια.

Η Αλίκη είναι η ψυχή μου που θέλει να ξεφύγει απ’ την κόλαση, φυλακισμένη είκοσι χρόνια τώρα. Καταλαβαίνει πως μόνη της θα γλείφει τις πληγές της. Μόνη της θα περπατάει πάνω στ’ αγκάθια. Η αγάπη πονάει. Πονάει όπως η αλήθεια. Και ό,τι γράφω σε αυτές τις ρίγες είναι αλήθεια. Η φαντασία μου παρέμεινε ίδια.

Τώρα είμαι ελεύθερη, μεθυσμένη από ήλιο. Ζω, ξαναζώ. Νιώθω τις λέξεις που η μια δίπλα στην άλλη κάνουν προτάσεις ολόκληρες από ωραίες ή άσχημες εικόνες. Παίζω με τη φωτιά.

Διηγούμαι παιδιά ευαίσθητα που δεν άντεξαν ντρόγκα και αλκοόλ. Σίγουρα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Εγώ κατάφερα να την κοπανήσω. Να με. Η Αλίκη δε μένει πια εδώ. Σε ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων. Περπατάω με το κεφάλι ψηλά. Νίκησα. Τώρα η ψυχή μου ησύχασε. Αυτό το βιβλίο το χαρίζω σε όποιον αγωνίζεται ακόμα, γιατί «la vita è bella».

aliki_sm

Μυρτώ Τάσιου – Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ

Γεννήθηκα στις 10 Οκτωβρίου 1967. Μητέρα μου είναι η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και ποιήτρια. Πατέρας μου είναι ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης. Και οι δύο πέθαναν νέοι.
Όταν ήμουν μικρή, πήγα στη Σχολή Μοντεσόρι και μετά έβγαλα μια καλών τεχνών, γιατί είχα πάθος για τη ζωγραφική. Μετά ειδικεύτηκα στη βυζαντινή τέχνη. Άρχισα να δουλεύω με τον Μιχάλη Αγγελιδάκη.
Στο μεταξύ έκανε μπαμ η επιτυχία της Κατερίνας. Δυστυχώς έφερε αντίθετα αποτελέσματα. Άρχισε να πίνει και να αυτοκαταστρέφεται με όλους τους τρόπους. Ένιωθα ενοχές που δεν μπορούσα να τη βοηθήσω και μπλέχτηκα κι εγώ μέσα.
Ο πατέρας μου με παρακολουθούσε διακριτικά. Μου έκανε την πρόταση να πάω στην κοινότητα Saman στο Παλέρμο κι εγώ δέχτηκα.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο της Κατερίνας άρχισα να παίρνω τα πάνω μου. Ξανάρχισα να ζωγραφίζω και να γράφω. Έβλεπα το μέλλον μου με διαφορετικό τρόπο. Όλες οι αναμνήσεις έγιναν πεταλούδες, πέρασαν. Είκοσι χρόνια πέταξαν. Το μόνο που ζητάω είναι να ζήσω ελεύθερη χρωματιστά».

πηγή πληροφοριών βιβλίου: kastaniotis.com – Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ

Κατερίνα Γώγου

gogou_b

Κατερίνα Γώγου – Τρία κλικ αριστερά

“Το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς
να πάρω μια ανάσα
όμως κι εδώ πρέπει να πληρώσω
την ανοχή του μαγαζάτορα
πρώην αστυνομικός πουλάει «Λαϊκούς Αγώνες».
Δεν ξέρω τί ν’ αγοράσω για να μη γίνω συνεργός.
Καταλαβαίνεις;
Τα 4 σημεία του ορίζοντα
ντυμένα τράπεζες πιλότοι νοσοκόμοι μαρξιστές
μας κυνηγάνε. Πρέπει να πάρω τηλέφωνο.
Ποιό είναι το νούμερο…
Πού να σταθώ για μια ανάσα μόνο.
Από παντού μας την έχουν στημένη.”

Την Κατερίνα την έβλεπα στο κομμωτήριο κάποιες φορές. Τώρα στο νου μου προβάλει με τα χοντρά ρολά τυλιγμένα στο κεφάλι της. Κάτω από την κάσκα στεγνώνουν πάνω από ένα πρόσωπο ολοστρόγγυλο πότε στοχαστικό, πότε χαρούμενο, εκφραστικό πάντα. Η μύτη της ανασηκωτή έδινε έναν τόνο αυθάδειας, ένα χαριτωμένο ύφος πότε αστειευόμενου, πότε πεισμωμένου με κάτι κοριτσιού.
Σα να πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο – πολύ πιθανό αφού μέναμε στην ίδια γειτονιά. Τη φέρνω στο νου μου με την εβαζέ γκρίζα φούστα, το θαλασσί πουκάμισο, το τσουλούφι να πέφτει ατεμέλητα στο πλάι του μετώπου, με κάτι άσπρες ως το γόνατο κάλτσες μέσα σε καφέ μοκασίνια.

Συχνά την έβλεπα στη Πατησίων να πηγαίνει με το βήμα πάντα βιαστικό. Δεν κοιτούσε τις βιτρίνες, ούτε τα ζαχαροπλαστεία ούτε τα παιχνιδάδικα, ούτε καν τα τυροπιτάδικα – πήγαινε ίσια μπροστά. Στιγμές πάλι έριχνε το βλέμμα σε κάποιον περαστικό.  Σα να την απασχολούσε κάτι όλο.
Συνήθως όμως κοίταζε στις πλάκες του πεζοδρομοίου σκουντουφλώντας επίτηδες κάποιες φορές, σ’ ένα κουτί άδειο από τσιγάρα ή ένα τσαλακωμένο εισιτήριο. Μερικές στιγμές στεκόταν κι έψαχνε σε μια μεγάλη τσάντα που κρατούσε σαν σακκίδιο. Προφανώς θα έψαχνε για τα κλειδιά του σπιτιού της να βεβαιωθεί αν τα είχε πάρει μαζί της.  Άλλοτε την έβλεπα διασχίζοντας το φανάρι να  στέκεται απέναντι κοιτώντας το ρολόι της – είχε ένα μαύρο λουράκι και το ρολόι γυρισμένο στο πλάι του καρπού καθώς της ήταν φαρδύ. Φορούσε μια τσαλακωμένη μπεζ καμπαρντίνα με δετή ζώνη. Ήταν ένα βροχερό απομεσήμερο κι εγώ θα πήγαινα σινεμά 6-8 με μια φίλη μου συνονόματη της.

Άλλες πάλι φορές είχαμε συναντηθεί έξω από το θερινό σινεμά – Ηλέκτρα. Μια βραδιά  έπαιζε το Δράκο του Κούνδουρου – αυτό με τον Ηλιόπουλο που τον παίρνει για δράκο μια παρέα του υπόκοσμου στη γειτονιά του και τον εκβιάζουν πως θα τον καταδώσουν αν δεν τους βοηθήσει στις κλεπταποδοχές τους.
Κοιτούσε τις φωτογραφίες στο διπλανό τελάρο με το έργο της επόμενης Παρασκευής – προφανώς δεν την ενδιέφερε το έργο ή ο Ηλιόπουλος ή και ο Κούνδουρος.
Το ίδιο κτένισμα χωρίστρα στο πλάι με φράντζα που κατέβαινε στο πλάι του μετώπου. Μου ‘ριξε και μια κλεφτή ματιά αλλά δεν με γνώρισε απ’ το κομμωτήριο ή το σχολείο. Μου φάνηκε απορροφημένη στις σκέψεις της. Πάλι κοιτούσε το ρολόι τώρα ήταν ένα με χρυσό μπρασελέ, οικογενειακό κειμήλιο μάλλον.

Η Κατερίνα Γώγου (1940 – 1993) υπήρξε γνωστή ηθοποιός του ελληνικού σινεμά σε ρόλους δευτερεύοντες – έκανε το κορίτσι της παρέας με τα αστεία καμώματα, την οικιακή βοηθό που αυθαδίαζε στον κύριο ή την κυρία της, το αστείο κορίτσι του πάρτυ, την άτακτη μαθήτρια κλπ. Γύρισε πάνω από είκοσι ταινίες! Στο «Βαρύ πεπόνι» (1977) του Π. Τάσιου κέρδισε το βραβείο Α΄γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη του κινηματογάφου Παύλο Τάσιο (1942 – 2011) «Παραγγελιά» (1980). Έγραψε το σενάριο στο έργο του Ανδρέα Θωμόπουλου «Όστρια» 1984.  Στο «Ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» (1959) ήταν η μαθήτρια Λαζάρου.

Το βιβλίο της «Τρία κλικ αριστερά» έβγαλε την οικογένεια από την οικονομική δυσχέρεια καθώς είχε εξ αρχής μεγάλη εκδοτική επιτυχία.

Κατά τα λεγόμενα της κόρης της Μυρτώς, στο σπίτι τους σύχναζαν πολλοί άνθρωποι του χώρου όπου μπορούσαν να φάνε και να πιουν – ακόμη και να ζητήσουν δανεικά. Όταν αρρώστησε απ’ τα ναρκωτικά όλοι αυτοί χάθηκαν και κανένας δεν στάθηκε δίπλα της. Η Κατερίνα αυτοκτόνησε με χάπια στο πατρικό της σπίτι όπου συνήθιζε να πηγαίνει για να συγκεντρώνεται στο γράψιμο.

Ποίηση Απόσπασμα πηγή
Κατερίνα Γώγου Τρία Κλικ Αριστερά (ποίηση)

Είμαστε όλοι Ταξιδιάρικα Πουλιά

Σταθμός

Flash-Back

Είχε δέσει μια αυτοσχέδια κούνια – ήταν ένα σεντόνι δεμένο σε δυο δένδρα και την κουνούσε, με ορμή, νευρικά, γιατί δεν σταματούσε το κλάμα. Τα βράδια η μικρή δεν άφηνε τους διπλανούς τους ενοίκους να ησυχάσουν. «Πάρε το παιδί σου κυρά μου και φύγε. Δεν μας αφήνει τα βράδια να κοιμηθούμε απ’ το κλάμα» της λέει μια μέρα ένα δύστροπο αγόρι.
Στο Μοναστήρι είχαν και μια πτέρυγα όπου μένανε οι τρελοί. Για να τους απασχολούνε τους έδιναν ένα κόσκινο και τους στέλνανε να φέρουν νερό από τη βρύση. Όλη μέρα πήγαιναν, έρχονταν με τα κόσκινα πάντα άδεια… στη βρύση για το νερό.

Όταν ο Άρης ζήτησε την Τασούλα απ’ τη μάνα της εκείνη δέχτηκε με χαρά. Τότε ήταν ένας καλά αμειβόμενος μηχανικός με μισθό 12000 δρχ. στην εταιρία του Αυδή στην Ξάνθη – αυτού του Αυδή που η κόρη έπεσε απ’ το καράβι ενώ ταξίδευαν και πνίγηκε, γιατί ήταν ερωτευμένη με κάποιον που προφανώς δεν θέλανε οι γονείς της…
Η Εριφύλη τον έπιασε λίγο αργότερα μιλώντας του ώρες για την αγαπημένη της εγγονή. «Να την προσέχεις την Τασούλα, είναι το καλύτερο κορίτσι μας». Ο Άρης την υπερ αγαπούσε όπως και τα παιδιά της Κίτσας της συνυφάδας της, τότε μικρά. Ο Άρης τον Τάκη τον πήγαινε βόλτα με το αυτοκίνητο πάνω στο εργοτάξιο. Αργότερα τον πήρε στη δουλειά για εργοδηγό. Ήταν όμως άτυχος ο καϋμένος. Χτύπησε πέφτοντας με τη μοτοσυκλέτα στο κεφάλι κι έμεινε στο μυαλό λειψός. Ξεχνούσε, δεν αναγνώριζε τη γυναίκα του, τραύλιζε. Καθόταν ώρες με βλέμμα άδειο κι απλανές κοιτώντας τον τοίχο. Η Βέρα η γυναίκα του, μια γελαστή στρουμπουλή και εύσωμη γυναίκα με λουσάτο ντύσιμο, τον άφησε στο τέλος κι έτσι πήγε η μάνα του κοντά του στην Αθήνα να τον φροντίζει τραβώντας όλη την απελπισία που προκαλούσαν τα άλλοτε παιδικά άλλοτε παρανοϊκά φερσίματα του γιου της – συχνά μπέρδευε τη μάνα του με τη γυναίκα του, αποκαλώντας τη Βέρα.

Το σπίτι της Εριφύλης ήταν στη δεξιά μεριά της Ξάνθης προς το Μοναστήρι Αρχαγγελιώτισα. Για ψώνια πήγαιναν στο Μπιτ Μπαζάρ κάτω απ’ το Καβάκι με τους μύλους όπου άλεθαν το σιτάρι για ένα φράγκο. Ήταν μια πρόχειρη αγορά. Κοντά στην πλατεία του Ρολογιού όπου ήταν και το Πάρκα, ήταν η Δημοτική Αγορά κάτι σαν τη Βαρβάκειο της Αθήνας. Εκεί ίχε όλα τα καλά. Εκεί κοντά ήταν και το Μπαλούκ Μπαζάρ με το Χάνι και κοντά στο Σταθμό ήταν το Πούρναλικ με τους Τούρκους τους γύφτους.

Τα καρβουνιάρικα ήταν μέρη απ’ όπου προμηθεύονταν τα κάρβουνα για το σπίτι: σόμπες, μαγκάλια, φουφούδες. Ήταν στην άκρη της πόλης. Εκεί μαζεύονταν όσοι θέλαν να πιουν «ένα κρασί». Οι σωροί από τα κάρβουνα, τα ξύλα στοιβαγμένα ίσαμε το χαμηλό ταβάνι όπου κρέμονταν λάμπες ασετυλίνης με το χαμηλό τους φως κάτω από το φαρδύ ασημένιο γείοο. Σε μια άκρη τα βαρέλια με το κρασί και κοντά λίγα τραπεζάκια όπου κάθονταν οι λιγοστοί θαμώνες σε παρέες δυο τριών ατόμων αδειάζοντας στη σειρά τα χάλκινα καρτούτσα. Ο κυρ Σταύρος έφτιαχνε και κανα μεζέ: ντομάτα, ελιές, κανα τσίρο μαζί με ψωμί και τυρί. Από ‘κει, από τα καρβουνιάρικα επέστρεφε τρεκλίζοντας, μεθυσμένος κάθε βράδυ ο Τόκος – ο Ερωτόκριτος ήταν το βαφτιστικό του όνομα. Περνούσε στην επιστροφή του από τους μαχαλάδες φωνάζοντας καταριώντας τα παιδιά και τη γυναίκα του. Σβήνανε αμέσως τα φώτα γιατί φοβόντουσαν μη τους ρίξει καμμιά πέτρα στα τζάμια. Ο φόβος κι ο τρόμος της περιοχής.

Κοντά στον σταθμό ήταν και τα λαϊκά μαγαζιά – τα ρεμπετάδικα όπου έπαιζαν απ’ το γραμμόφωνο παλιά ρεμπέτικα τραγούδια. Εκεί σύχναζαν πρόσφυγες, εργάτες, Τούρκοι μεροκαματιάριδες του Μπαλούκ. Συχνά σηκώνονταν και χόρευαν κάποιον ασίκικο σκοπό. Οι κάτοικοι τα θεωρούσαν κακόφημα και δεν πήγαιναν. Μόνο οι καινουργιοφερμένοι από περιέργεια πέρναγαν το κατώφλι τους.

Στο φούρνο πιο πέρα, ήταν και το καφενείο του κυρ Τάκη όπου πήγαινε τα μεσημέρια ο Δημήτρης Γιάννος να πιεί τον καφέ του, να συναντήσει τους γνωστούς απ’ τη γειτονιά. Η Τασούλα σαν ήταν καλοκαίρι του πήγαινε τα σύκα. «Μπαμπά, βρήκα ωραία σύκα στο Μπαλούκ» κι άνοιγε την κόλλα αραδιάζοντας τα σύκα σ’ ένα πιάτο που ζητούσε απ’ τον καφετζή. Με τον Άρη συχνά τα καλοκαίρια πήγαιναν στο Νησάκι – ένα μέρος όλο νερά και δένδρα.

Η Εριφύλη πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Η μικρή είχε φύγει πια. Την ζητούσε όμως πριν πεθάνει. «Δεν είναι εδώ, έχει φύγει στην Αθήνα με τον Άρη. Να, ένα φουστάνι της. Το φορούσε όταν γνωρίστηκαν με τον Άρη» ρίχνοντας επάνω στο στήθος της το παλιό φόρεμα της κόρης της. Αυτό ήταν! Η Εριφύλη έκλεισε για πάντα τα μάτια της ησυχασμένη.
Το ίδιο συνέβη και με τον άνδρα της. Ο Δημήτρης Γιάννος φώναζε πριν πεθάνει τους πεθαμένους συγγενείς του: τον αδελφό του, τη μάνα του. «Ηλία, Ηλία» «Τι φωνάζεις;» τον ρώταγε η Άννα, «τον Ηλία τον Τρέμπη;» – ήταν ένας συγγενής του στην Καλαμάτα, συμβολαιογράφος που είχε πεθάνει. «Όχι, τον προφήτη Ηλία. Τον βλέπω να οδηγεί το άρμα του μέσα στις πύρινες κόκκινες λάμψεις». «Πρόδρομε, Πρόδρομε» φώναζε τον κουνιάδο του που είχε κι αυτός πεθάνει.

Είχε πάει να μαζέψει μια μέρα ελιές. Το βράδυ γυρίζοντας λέει της μάνας του της Εφιφύλης: «Μουδιάζει το αριστερό μου πόδι μαμά». «Δεν είναι τίποτα, θα πιάστηκε απ’ το σκύψιμο και το περπάτημα». Την άλλη μέρα πήγε πάλι στο χωράφι για τις ελιές. «Θα ξαπλώσω λίγο, αισθάνομαι κουρασμένος» λέει στους συντρόφους του. Κάτω απ’ την ελιά στη ρίζα του δένδρου ξαπλωμένος δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Δεν ήταν πάνω από τα πενήντα χρόνια του.

Ιουνίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

diademy

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 1 ακόμα follower

Αρχείο

Blogs I Follow

Blog Stats

  • 1,767 hits
The Storyteller

Christos Sbokos' edition

Delitrium

The dizzying euphoria you get from inhaling just a bit too much of that "new book" smell.

TA NEA online

Ειδήσεις από την Κύπρο, την Ελλάδα και τον κόσμο.

Σπασμένο παράθυρο

Blog, ποικίλης ύλης, γέρνοντας αριστερά και αστειευόμενο με τα σοβαρά