Θροϊσματα σε φόντο λευκό της ελιάς, του κυπαρισσιού, των πεύκων
Κάτω απ’ της νύχτας μανδύα χρυοποίκιλτο
Του τρυζονιού απάνεμη επίμονη φωνή να μπλέκεται μες τους ίσκιους
Παράθυρο ανοιγμένο μέσα στη σιγαλιά,
στο φως της λάμπας κάθισμα να προσμένει, βιβλίο ανοιχτό.
Γύρω στέγες κεραμιδιές και μυρωδιές των κήπων, των αγρών
των λιόδενδρων, του θυμαριού, των σχίνων και των πεύκων.
Παιδί που ροβολάει στου δρόμου τη στροφή
ίσαμε του λιμανιού τη γύρα – ποδήλατο παλιό
όσο κι αυτές οι βάρκες που αργόσυρτα λικνίζονται στον απαλό αγέρα
Μπαρ, εστιατόρια, στην άκρη του γυαλού παλιός ο Ταρσανάς
με τη μισο-σβησμένη επιγραφή του “Ναυπηγείον“
μαδέρια ανάκατα με σκελετούς πλεούμενων
καϊκια του τώρα και αλλοτινά να βγαίνουν στα νερά με σιγουριά,
νερά που δέχονται τον ξένο δε ρωτούν
ποιος είναι που πάει
ένδοξα και περήφανα νερά πιστά στο κάλεσμα της Ιστορίας.
Μια σιωπηλή ανάληψη
μέσα στου φεγγαριού την ασημένια λάμψη,
στους κήπους με τ’ αρώματα της νύχτας παράθυρο κλειστό
μέσα απ’ τις γρίλλιες βγαίνει ένα φως
καθώς του ρολογιού οι δείχτες προχωρούν
και το εκκρεμές κτυπά επίσημα τις ώρες.
“Καφέ Οινο-μαγειρείον” μια επιγραφή
που ακόμη μένει φωτισμένη
γύρωθε γλάστρες και μια μ’ ανθάκια κόκκινα, “του κόκκορα λειράκι”…
“Φέρε κρασί”, κουβέντες μετρημένες, μετά τα ψάρια μέσα σε στρογγυλές ολόλευκες πιατέλες.
Πέρασε η βραδιά η έπιστροφή
μπρος απ’ τη πάλευκη εκκλησία
ανασαλεύουν ίσκιοι κυπαρισσιών στο άσπρο φως των τοίχων
καθώς αργολικνίζονται οι ψηλές κορφές τους
ν’ αγγίξουν τ’ άστρα, σπαρμένα στο βελούδο τ’ ουρανού λες προσπαθώντας.
Λιμάνι παλιό φαντασίας και σιωπής ποτέ δε θα ‘σαι μόνο
μαζί σου και ‘γω στο χάραγμα της νέας αυγής,
στο χάραγμα της μνήμης
Πατήματα ανθρώπων που περνούν μέσα στο φως του φάρου
που αναβοσβήνει ρυθμικά
αέναος προστάτης του νησιού
χειμώνες καλοκαίρια – αμέτοχος μάρτυρας ονειρεμένων ταξιδιών
Μύριες βραδιές
αμέτρητες στου χρόνου μέσα τα ευφρόσυνα
ενίοτε λυπητερά αναπάντεχα γυρίσματα
της Ιστορίας που φορά πάντα λαμπρό μανδύα
μιας νέας μέρας που φθάνει πάντα χαρωπή
μέσα στ’ αρώματα της εξοχής, τους ήχους απ’ τις καμπάνες
το τραγούδι της θάλασσας που παίζει με τους γλάρους και τ’ αγέρι
και παίρνει μακριά αργόσυρτο προσωπικό τραγούδι…
Spetses, Old port (Pitiousa) ’03




