Πιτιούσα (2)

Spetses, Greece-14
Image by Nikita Avvakumov via Flickr

Θροϊσματα σε φόντο λευκό της ελιάς, του κυπαρισσιού, των πεύκων
Κάτω απ’ της νύχτας μανδύα χρυοποίκιλτο
Του τρυζονιού απάνεμη επίμονη φωνή να μπλέκεται μες τους ίσκιους

Παράθυρο ανοιγμένο μέσα στη σιγαλιά,
στο φως της λάμπας κάθισμα να προσμένει, βιβλίο ανοιχτό.

Γύρω στέγες κεραμιδιές και μυρωδιές των κήπων, των αγρών
των λιόδενδρων, του θυμαριού, των σχίνων και των πεύκων.

Παιδί που ροβολάει στου δρόμου τη στροφή
ίσαμε του λιμανιού τη γύρα – ποδήλατο παλιό
όσο κι αυτές οι βάρκες που αργόσυρτα λικνίζονται στον απαλό αγέρα

Μπαρ, εστιατόρια, στην άκρη του γυαλού παλιός  ο Ταρσανάς
με τη μισο-σβησμένη επιγραφή του “Ναυπηγείον
μαδέρια ανάκατα με σκελετούς πλεούμενων
καϊκια του τώρα και αλλοτινά να βγαίνουν στα νερά με σιγουριά,
νερά που δέχονται τον ξένο δε ρωτούν
ποιος είναι που πάει
ένδοξα και περήφανα νερά πιστά στο κάλεσμα της Ιστορίας.

Μια σιωπηλή ανάληψη
μέσα στου φεγγαριού την ασημένια λάμψη,
στους κήπους με τ’ αρώματα της νύχτας παράθυρο κλειστό
μέσα απ’ τις γρίλλιες βγαίνει ένα φως
καθώς του ρολογιού οι δείχτες προχωρούν
και το εκκρεμές κτυπά επίσημα τις ώρες.

Καφέ Οινο-μαγειρείον” μια επιγραφή
που ακόμη μένει φωτισμένη
γύρωθε γλάστρες και μια μ’ ανθάκια κόκκινα, “του κόκκορα λειράκι”…

“Φέρε κρασί”, κουβέντες μετρημένες, μετά τα ψάρια μέσα σε στρογγυλές ολόλευκες πιατέλες.
Πέρασε η βραδιά η έπιστροφή
μπρος απ’ τη πάλευκη εκκλησία
ανασαλεύουν ίσκιοι κυπαρισσιών στο άσπρο φως των τοίχων
καθώς αργολικνίζονται οι ψηλές κορφές τους
ν’ αγγίξουν τ’ άστρα, σπαρμένα στο βελούδο τ’ ουρανού λες προσπαθώντας.

Λιμάνι παλιό φαντασίας και σιωπής ποτέ δε θα ‘σαι μόνο
μαζί σου και ‘γω στο χάραγμα της νέας αυγής,
στο χάραγμα της μνήμης
Πατήματα ανθρώπων που περνούν μέσα στο φως του φάρου
που αναβοσβήνει ρυθμικά
αέναος προστάτης του νησιού
χειμώνες καλοκαίρια – αμέτοχος μάρτυρας ονειρεμένων ταξιδιών

Μύριες βραδιές
αμέτρητες στου χρόνου μέσα τα ευφρόσυνα
ενίοτε λυπητερά αναπάντεχα γυρίσματα
της Ιστορίας που φορά πάντα λαμπρό μανδύα
μιας νέας μέρας που φθάνει πάντα χαρωπή
μέσα στ’ αρώματα της εξοχής, τους ήχους απ’ τις καμπάνες
το τραγούδι της θάλασσας που παίζει με τους γλάρους και τ’ αγέρι
και παίρνει μακριά αργόσυρτο προσωπικό τραγούδι…

Spetses, Old port (Pitiousa) ’03

Νίκος

Thessaloniki
Image by George M. Groutas via Flickr

Ψηλός, με το γέλιο πάντα στα χείλη του άρεσαν τα γλέντια, οι διασκεδάσεις. Στη Θεσσαλονίκη -  όταν πήγαιναν, τους παρώτρυνε πάντα να πάνε ν’ ακούσουν τη Μπέμπα Μπλανς. Ήταν η προτίμηση του. Όταν φτάνανε στο κέντρο, το τραπέζι που τους περίμενε ήταν πάντα πρώτο στη σειρά. Παράγγελνε τα φαγητά, το κρασί – ξέρανε πως θα τους έκανε το τραπέζι. “Α! όλα κι όλα! όταν πάμε στη Μπέμπα είστε όλοι καλεσμένοι μου!  Εγώ πληρώνω! Άλλωστε εγώ σας προσκάλεσα! Τώρα θα δείτε τι εστί γνήσιο τραγούδι, ελληνική φωνή, αλλά και γυναίκα! Γυναίκα με κεφαλαία ρε παιδί μου…”

Η γυναίκα του τον λοξοκοίταζε τότε και η Ξένια έλεγε πως τον κλωτσούσε κρυφά κάτω απ’ το τραπέζι.

Σαν έβγαινε η τραγουδίστρια τον κατελάμβανε μεγάλος ενθουσιασμός: Όλο φώναζε “Να μου ζήσεις Μπέμπα!” και γυρνούσε τότε στους άνδρες της παρέας: “Αυτή είναι γυναίκα ρε παιδί μου, και όχι οι δικές μας!” κλείνοντας βέβαια το μάτι για να φανεί πως αστειεύεται και να μη κακοκαρδίσει τις γυναίκες. Ύψωνε το ποτήρι προτείνοντας το τσούγκρισμα με την παρέα: “Στην υγειά μας!” και μετά προς τη Μπέμπα: ”Να μας ζήσεις Μπέμπα! Να σε χαιρόμαστε!”. Τότε εκείνη πλησίαζε στο τραπέζι τους κι έσκυβε προς το Νίκο τραγουδώντας μαζί του. Σε λίγο απομακρυνόταν πάλι προς τη πίστα χαμογελώντας, αγέρωχη…

Αυτά ο Νίκος ο Ντέλπας απ’ τη Θεσσαλονίκη. Ήταν συνεργάτης στο γραφείo του Άρη. Ένας λεβεντάνθρωπος 2 μέτρα, ωραίος άνδρας πάντα κομψά ντυμένος – τον περνούσες για ηθοποιό σύμφωνα με το αρχοντικό παρουσιαστικό του! Με τη γυναίκα του τη Λόπη (Καλλιόπη) ήταν πολύ αγαπημένοι. Η Μπέμπα ήταν απλώς μια φαντασίωση, ένα παιχνίδι μέσα στα φώτα και τους ήχους της θεσσαλονικώτικης νύχτας – πάντα γεμάτη ανέμελο κέφι, γνήσια διασκέδαση.
Thessaloniki 50′s – 60′s

Ελισσάβετ

Γέφυρα στο δάσος, Λάδι σε Χαρτόνι, 35,5x25,5 ε...

Image via Wikipedia

Το χωριό μας ήταν λίγο πιο έξω από τη Χειμάρα. Ορεινό χωριό γεμάτο καστανιές, έλατα, νερά. Το Πούλιτ! Πιο κάτω ήταν και το χωριό του άντρα μου! Λοιπόν να σου πω πως έπαθα το ατύχημα σαν ήμουν μικρή:

Στο σπίτι ήμουν με τη μαμά μου που τηγάνιζε μπρος στο τζάκι πατάτες. Σκυμμένη στη μεγάλη ανθρακιά όπου είχε απιθώσει το μεγάλο μαύρο τηγάνι με το λάδι που κόχλαζε, με ανασκουμπωμένα τα μανίκια, το πρόσωπο ιδρωμένο από τη ζέστα των ανθρακιών δεν είχε πάρει χαμπάρι το τρεχαλητό μου πέρα δώθε στο δωμάτιο που όλο και δυνάμωνε.

Χοροπηδούσα μέσα στη κάμαρη, έτρεχα πέρα δώθε, παίζοντας κουτσό…  Σα να είχα αφηνιασθεί κάποια στιγμή πλησίασα τη πυροστιά κοντά στη μάνα μου.

“Μαμά, κοίτα πως έμαθα να παίζω το κουτσό!”. Η μάνα μου τότε γύρισε κατά μένα. Την είχα αρπάξει απ’ την άκρη της μακριάς της ποδιάς και τη τραβούσα με όση δύναμη είχαν τα χέρια ενός παιδιού πέντ’ έξι χρόνων. Καθώς εκείνη γυρνάει κατά το μέρος μου, γλυστράω και πέφτω μέσα στη φωτιά, στο τηγάνι με το λάδι που κόχλαζε.

Ωιμέ συμφορά!“  αρπάζοντας με  και με τραβώντας με  απ’ το τηγάνι καθώς εγώ στρίγγλιζα απ’ τον ξαφνικό πόνο κι έκλαγια γοερά. “Πάει το παιδί, το χάσαμε!” την άκουγα που ούρλιαξε… Με μένα στην αγκαλιά σχεδόν λιπόθυμη, έτρεξε κατά τη πόρτα. Αλαλιασμένη άνοιξε τη χαμηλή μας ξύλινη πόρτα, στάθηκε στο  κατώφλι “Βοήθεια γειτόνοι, κάηκε η μικρή μου” Μετά, έναν αφόρητο πόνο στο σώμα μου, στα χέρια, στο πρόσωπο – παντού και τέλος! Είχα λιποθυμήσει απ’ τους πόνους.

Το έγκαυμα ήταν 4ου και πάνω βαθμού. Είχα καεί καθώς έπεφτα στο λάδι από τη μια πλευρά  – στο μπράτσο, στο λαιμό – ευτυχώς δεν μου είχε πάρει η φωτιά το πρόσωπο. Έκανα από τότε κάμποσες πλαστικές στη Χειμάρα αλλά δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν τα σημάδια. Μια βελτίωση οπωσδήποτε είχαν.

Μεγάλη του Πέρα Οδός

Taksim Square crowd
Image by MT_bulli via Flickr

Στη μεγάλη του Πέρα οδό – τώρα Ανεξαρτησίας - (Istiklal Caddesi) - παλιά λεγόταν και “Grande rue de Pera” προς τη πλατεία Taksim square και μετά (περιοχή Beyoglou), ο κόσμος πηγαινοερχόταν νύχτα-μέρα. Σπρωχνόσουν να περάσεις μπροστά από τις φωτισμένες βιτρίνες, τα κεμπαπτζίδικα – kebap, τα “ουζερί”. Τα κεμπάπ ήταν υπέροχα! Συνέχεια άνοιγαν φύλλο για τις πίττες. Μπάλες τα ζυμάρια κι επάνω στη κάθε μπάλα να στριφογυρίζει το πλαστήρι. Καμμιά σχέση με τις δικές μας πίττες! Έξω απ’ τα καταστήματα, τα ζαχαροπλαστεία περνούσε συνέχεια κόσμος πολύς. Εκεί ήταν και το Σεράι – “Serai” απ’ όπου αγοράσαμε τα σοροπιαστά γλυκά – καταϊφι “ekmek-kataif“,  ξεροψημένο πράσινο γιατί ήταν γεμάτο φυστίκια!

Στις γωνίες στέκονταν με τα καρότσια τους οι “ντοντουρματζήδες” – οι παγωτατζήδες (dondurmadji). Πουλούσαν τα παγωτά τους – κάθε λογής: Κρέμα, φυστίκι, φράουλα – όλα μαστιχωτά όπως το καϊμάκι. Τα βάζανε σε χωνάκια κι όταν ήταν να τα παραδώσουν στο πελάτη κάνανε τάχα πως τα κρύβανε με κυκλικές κινήσεις μια δεξιά μια αριστερά πίσω από τη πλάτη τους! Έκανες να το πάρεις όταν περνούσε από μπροστά σου μα πάλι το ‘φερναν πίσω τους με επιδεξιότητα ταχυδακτυλουργού -γελώντας ! Στο τέλος σου το ‘διναν κι έτσι κάνανε όλοι! Πολύ ωραία παγωτά! Και είχε και πλάκα!

Ο δρόμος αυτός είχε πάντα κίνηση. Μια μέρα εκεί ένας οδηγός είχε κλείσει τις γραμμές του τραμ για να διασχίσει το δρόμο κάθετα κι απ’ το άλλο ρεύμα. Η κυκλοφορία είχε μπλοκάρει κι όταν έφθασαν οι τροχονόμοι, στέκονταν ώρες να παρατηρούν το περιστατικό χωρίς να έχουν κάνει καμμιά ενέργεια.  Στο τέλος ούπε που θα τον είχαν γράψει!
Εκεί δεν αντιδρούν με βιασύνη – “Γιαβάς-γιαβάς” (yavas-yavas) - ”Μη βιάζεσαι”, “Σιγά-σιγά” λένε. Οι οδηγοί στο δρόμο δε δείχνανε καμμιά αδημονία, κανείς δε δυσανασχετούσε, ούτε φώναζε – σα να μη βιαζόταν κανείς να πάει στο προορισμό του! Ωστόσο υπάρχει Αστυνομία, κάμερες. Τα ποτά απαγορεύονται μόνο ένα άσπρο ποτό σερβιρισμένο πάντα σε μικρά γυάλινα ποτηράκια το “Αράκ”, (Arak)!

Το ξενοδοχείο ήταν υπέροχο! Παλιού ρυθμού με πέντε πατώματα. Η πισίνα του ήταν μέσα στα δένδρα και πιο πέρα το εστιατόριο όπου παίρναμε το πρωϊνό. Είχε και “Continental” σ’ ένα άλλο εστιατόριο πιο ακριβό, με σαμπάνια! Μεγάλη εξυπηρέτηση όλο το προσωπικό. Σε κάθε τασάκι είχε και σπίρτα με το όνομα του ξενοδοχείου: “Hyatt Regencey“. Το μπάνιο ήταν τρομερό! Μπανιέρα, ντουσιέρα, καθρέφτες μεγεθυντικοί με φωτισμό – για να δεις τη παραμικρή ατέλεια στο πρόσωπο σου ενώ βαφόσουν ή ξυριζόσουν! Ήταν το πιο ωραίο μπάνιο που έκανα στη ζωή μου! Το κρεβάτι πάλι ήταν τεράστιο με ένα ωραίο πουπουλένιο άσπρο πάπλωμα. Ξαπλώστρα, πολυθρόνα, γραφείο όπου είχε και πρίζα για το laptop – είχε φυσικά wireless Internet!

Τώρα έρχομαι στη πίστα – την ημέρα των αγώνων είχε τρομερό κόσμο και πρόβλημα φυσικά στη γέφυρα που σε πήγαινε στην Ασιατική πλευρά και σ’ όλο το δρόμο που  οδηγούσε στη πίστα. Ένας χοντρός σε μια πανάκριβη Mercedes, εκνευρισμένος απ’ αυτήν έλεγε στον οδηγό του να μπει στο παράπλευρο πεζόδρομο όπου τρέχανε νεαροί να προλάβουν την έναρξη. Κι εκεί υπήρχε πρόβλημα όμως. Αργοπορία, δεν προχωρούσε το αμάξι κι εκείνος του κατάφερνε στο κεφάλι με την εφημερίδα να κάνει κάτι, να βιαστεί! Στο τέλος βγήκε απ’ το αυτοκίνητο κι άρχισε να τρέχει με τα πόδια για τις θέσεις του στο Golden! (27.8.’05)

Μάρθα

Screenshot of Grace Kelly fom the trailer of t...
Image via Wikipedia

Ήμουν μαννεκέν εγώ… στου Τσοπανέλλη… Παρουσίαζα και τις κολλεξιόν του Valentino, του Balmain – μάλιστα στου Balmain είχα γνωρίσει και το ζεύγος Ραινιέ…

Είχαν έρθει τη περίοδο των κολλεξιόν στο Παρίσι και στου Balmain τότε, ήμουν κι εγώ . Έβαλα μια σιελ μουσελίνα και η Γκραίης Κέλλυ τόσο ενθουσιάστηκε που την αγόρασε!

Στο Παρίσι έμενα στο ξενοδοχείο Louvre Opera. Εκεί συναντιόμασταν με το ζεύγος Ραινιέ και πηγαίναμε πολλές φορές για καφέ έξω. Η Grace Kelly ήταν πολύ απλή – σχεδόν άβαφτη όμως ήταν ψυχρή, υπεροπτική σε αντίθεση με τον άνδρα της που ήταν καταδεκτικότατος!

Μια φορά μου λέει όταν εξέφρασα το θαυμασμό μου για τη Γκρέης: “Τι την κοιτάζεις έτσι; Εσύ είσαι πιο ωραία! ” Σου λέω ήταν σπουδαίος ο Raigne! Απλός άνθρωπος κι αυτός αλλά καταδεκτικός και με χιούμορ!

Στην Αθήνα δούλευα στον οίκο Τσοπανέλλη. Εκεί σύχναζαν όλες οι εξέχουσες κυρίες της Αθήνας. Η Πλυτά, η σύζυγος του αδελφού του Καραμανλή, η Έφη Μελά - ο δε Αποστολόπουλος – χρονικογράφος της εποχής, έγραψε για το μετέπειτα ατελιέ μου πως ήταν ο πιο αξιόλογος οίκος Ραπτικής.

Από τα κέρδη μου έφτιαξα το πρώτο μου σπίτι στην Κολοκυνθού όπου ο πατέρας μου είχε περιβόλια. “Που ήταν η Κολοκυνθού; Στον Άγιο Παύλο κοντά – κάτω από την Ομόνοια…”

Πήγαινα συχνά και στην Ιταλία – στο Μιλάνο όπου παρουσίαζα τις κολλεξιόν του Valentino. Κρύο στο Μιλάνο… αλλά μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η πόλη… Το κρύο όμως της Αθήνας είναι αλλοιώτικο – διαπεραστικό. Μια φίλη μου από Θεσσαλονίκη μου λέει πως έχουν κρύο εκεί αλλά της Αθήνας είναι πιο βαρύ… Το νοιώθεις να σου διαπερνά το σώμα. Τότε δεν υπήρχαν οι φυσσούνες κι έτσι πήγαινες με το λεωφορείο στο αεροπλάνο κι ώσπου ν’ ανέβεις τη σκάλα του αεροπλάνου σε περόνιαζε το κρύο…

Θα ξανάρθεις

Pocket watch, savonette-type.

Image via Wikipedia

Δε με μέλλει αν οι όρκοι μας σβυστήκαν
δε με μέλλει εάν όλα ξεχαστήκαν
πίστεψε με διόλου δεν πονώ
κι αν εσυ ξεχνάς κι εγω ξεχνώ

Δε με μέλλει αν η καρδιά σου άλλον θέλει
δυνατά σου το φωνάζω δε με μέλλει
δεν ζηλεύω αυτόν που αγαπάς,
δε με μέλλει όπου θέλει ας πας

Θα ξανάρθεις
όσα χρόνια κι αν περάσουν θα ξανάρθεις
και συμπόνοια θα ζητάς μετανιωμένη
θε να ρθεις με ραγισμένη την καρδιά.

θα ξανάρθεις
δεν μπορεί παρά μια μέρα να ξανάρθεις
όταν μάθεις πως εβγήκες γελασμένη
θα ξανάρθεις ντροπιασμένη μια βραδιά.

Δε με μέλλει αν οι όρκοι μας σβυστήκαν
δε με μέλλει εάν όλα ξεχαστήκαν
πίστεψε με διόλου δε πονώ
κι αν εσύ ξεχνάς κι εγώ ξεχνώ.

Δε με μέλλει αν η καρδιά σου άλλον θέλει
δυνατά σου το φωνάζω δε με μέλλει
δε ζηλεύω αυτόν που αγαπάς
δε με μέλλει όπου θέλει  ας πάς.

Θα ξανάρθεις
όσα χρόνια κιαν περάσουν θα ξανάρθεις
και συμπόνοια θα ζητάς μετανιωμένη
θε να ρθεις με ραγισμένη τη καρδιά.

Θα ξανάρθεις
δε μπορεί παρά μια μέρα να ξανάρθεις
όταν μάθεις πως εβγήκες γελασμένη
θα ξανάρθεις ντροπιασμένη μια βραδιά.

Στίχοι Αλέκος Σακελλάριος, Μουσική Κώστας Γιαννίσης
Από το έργο  “Ο Θίασος” του Θεόδωρου Αγγελόπουλου

Πιτιούσα

Ηλιοβασίλεμα

Ήχος ακάματος των τζιτζικιών μέσ’τη σιωπή του σούρουπου που πέφτει
γκρίζος ο ουρανός, στο βάθος η ρόδινη αχλύ όλο και να σκουραίνει
ακίνητες κυπαρισσιών, πεύκων, ελιών συστάδες.

Μικρό πουλί στην καμινάδα επάνω του τζακιού
μέσα στο νοτερό, βροχής καιρό - έφθασε μεσημέρι
βάζει σημάδι το κλαρί, αύριο να επιστρέψει.
Στο πλάι των καφετιών στεγών
οι καμινάδες βγάζουνε καπνό – σε λίγο
μέσα στη φαντασία του τζακιού καλότυχη, το πνεύμα -
σύντροφος, στυλοβάτης του σπιτιού
είδηση θα σημάνει.
Δένδρα, σειρές ακίνητα σαν απολιθωμένα
στα όμορφα συμπλέγματα στέκονται μονιασμένα.

Γκρίζο ευλογημένο της ελιάς, σκούρο σταχτί της λεύκας
κορφές που ανεπαίσθητα κινεί ένα απαλό αεράκι.
Βροχής σταγόνες – νερένια στη μνήμη μια άϋλη κλωστή
λήθη που ενσταλάζει στη σιωπή, σιγή του νου σημαίνει.

Δυο χέρια το στυλογράφο που κρατούν
να πιάσουν Τούτη τη Στιγμή, ανώφελα πασχίζουν -
στα νεφελώματα του Γαλαξία αέναα,
αυτό το μυστικό ξεφεύγει.

Το ρόδινο χάθηκε πια, σε λίγο θ’ απλωθεί σκοτάδι.
Γκρίζο σταχτί, ώχρα, σκουρόχρωμο λαδί,
καφέ – λευκά, φαιά, πορτοκαλιά, της βουκαμβίλιας άνθη -
Μια πινελιά που ξέφυγε,  στο τέρμα
των τριγωνικών στεγών με τους εξώστες
με κάτωθε τους τις σκιερές, κομψές, λευκές καμάρες.
Στο κέντρο της τριγωνική σκεπής, περίτεχνο μπαλκόνι
οι τρεις φεγγίτες πάνω του ν’ αναθωρούν τους λόφους τους απαλόφυτους, με τις ανασεμιές της θάλασσας, των πεύκων, της σιγής -
σε λίγο, μες τη σιωπή των τζιτζικιών του φαναστάτη φέγγος λυπητερό,
κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό μονάχο θ’ απομείνει
.

Πιτιούσα - Σπέτσες Αύγουστος '07

Litsa

Acacia Rostellifera - Wiki Commons

”Τι να σου πω το τι ωραία περνάγαμε στης Φωτεινής. Ήμασταν όλοι μαζί – ο Σταμάτης, η Κούλα, η μαμά σου, ο Παναγιώτης – τελευταία είχε προστεθεί και ο Παντελής. Όλο γέλιο και κέφι. Καθόμασταν μόλις έμπαινε η άνοιξη και άνθιζε η ακακία, στο μικρό εξώστη μπροστά στο σπίτι. Βγάζαμε τις καρέκλες μας και στρωνόμασταν με το καφεδάκι μας, με όλα τα σχετικά. Ο κόσμο που περνούσε θαύμαζε τη κεφάτη πολυπληθή παρέα μας!
Τα άνθη της ακακία ευωδίαζαν κι εμείς – μες τους λευκοπράσινους ιριδισμούς της δε σταματάγαμε το γέλιο και το πείραγμα! Νιάτα παιδί μου! κέφι, ζωντάνια!
Η μαμά σου τον αγαπούσε πολύ τον μπαμπά σου άσε τι τραγούδι! Όταν τραγουδούσε μέναμε όλοι άφωνοι ο θαυμασμός μας είχε κόψει την ανάσα”.

“Η Φωτεινή τη λάτρευε, μόλις ήρθε στο σπίτι αμέσως την αγκάλιασε με στοργή και ήταν εκείνη που ‘λεγε στο μπαμπά σου να την παντρευτεί. Ακόμη κι αν η φίλη της η Θέλξη της ζάλιζε το μυαλό με την εμμονή της προς τον αδελφό της, ακόμη κι αν καμμιά φορά σκεπτόταν πως ήταν καλή για ‘κείνον, τη μαμά σου υποστήριζε πάντα ακόμη κι αν μεταξύ αστείου και σοβαρού έλεγε όταν ήθελε να την πειράξει: “Γιατί δεν πήρες τον Άρη βρε θηρίο;” – έτσι την αποκαλούσε χαϊδευτικά, για να την πικάρει…

 

Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Πλήθος κατηγοριών

Blog Stats

  • 169 hits

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.